Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ” Στράτης Μυριβήλης

Στράτης Μυριβήλης

Στα νιάτα οι λέξες είναι γιομάτες από ψίχα, από χυμό και φωτιά. Κατόπι αδειάζουν λίγο – λίγο κι απομένουν κούφια τσόφλια.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Στη “Ζωή εν τάφω” ο Στράτης Μυριβήλης γράφει για ένα συμπολεμιστή του που κοιμόταν φορώντας τα γυαλιά του:
Θυμήθηκα μια μέρα που τόνε βρήκα να κοιμάται με τα γυαλιά στη μύτη. Βρε συ, τούπα κουνώντας τον απ’ τον ώμο, βρε και στον ύπνο τα φοράς ακόμα; Ξύπνησε ξαφνιασμένος, άνοιξε τόσο δα
τα παιδιάτικα μάτια του και μούκαμε με το αιώνιο χαμογέλιο του το καλοσυνάτο: Ναι, βέβαια. Για να βλέπω καθαρά τα ονείρατα.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

Η Όχτρα είναι οργανωμένη, πειθαρχημένη, πάνοπλη. Η Αγάπη είναι ανοργάνωτη, ξεθυμαίνει σε αισθηματισμούς, σε θρησκευτικούς εξορκισμούς. Τώρα ποιος θα οργανώσει, ποιος θ’ αρματώσει, θα κάμει σεβαστή την Αγάπη; Ο Χριστός το καταπιάστηκε με το καλό και δεν κατάφερε σπουδαία πράματα. Όμως πάλι αν γίνει με το στανιό, τότε παύει νάναι Αγάπη. Δεν καταλαβαίνω.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

Ο Μυριβήλης για την προσευχή:

Ω! Ας ήτανε Θεός στον ουρανό, μονάχα για ν’ ακούσει τούτη την προσευκή μου κ’ εγώ θα του συχωρνούσα όλες τις δυστυχίες που αφήνει να δέρνουν έτσι αλύπητα τους ανθρώπους.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

Δεν προσευχήθηκα ποτέ στις κρίσιμες ώρες της ζωής μου. Δεν αιστάνθηκα ποτέ την ανάγκη. Δεν μ’ αρέσουν οι μονόλογοι, προπάντων στις τραγωδίες.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

Η λογική είναι το πιο αδύνατο μετερίζι μπροστά στις έξαλλες και ακατανίκητες ενέργειες της ψυχής και της φαντασίας.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

Ο Μυριβήλης για τον πόλεμο:

Η ρόδα του Πολέμου. (…) Γυρίζει χωρίς να βιάζεται, απελπιστικά αργά. Έχει τη σίγουρη κι αδυσώπητη κίνηση των φυσικών νόμων. Είναι ένα τεράστιο ζο με δόντια σιδερένια, μασά με απάθεια τη σπαρταριστή ανθρώπινη σάρκα. Όλο φρέσκια, ανθισμένη σάρκα.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ” 

Θάρθει, λέω, μια νύχτα που θάναι πια πολύ γριά η γης. Όλοι τούτοι οι άνθρωποι, πούναι να σαστίσεις με τη μεγαλοφυϊα τους, όλοι τούτοι που κάθουνται και σκαρφίζουνται τις τορπίλες και τ’ αεροπλάνα και το μελινίτη, θάναι ψιλοκοσκινισμένο χώμα. Κ’ η ανθρωπότητα θάναι πια ένας θρύλος, ένα κακό όνειρο που διάβηκε και πάει. Θα το αναθυμιούνται μόνο πάππου προς πάππου και θα τ’ ανιστορούν στους απογόνους των τ’ αρχαία δέντρα, σαν θα παίρνει να φυσά τ’ αγέρι και θ’ αρχίζουν οι φυλλωσιές να ψιθυρίζουν θυμητικά. Ωστόσο και κείνη τη νύχτα τα μικρά τριζόνια θα βγούνε να τραγουδήσουν όλα μαζί κάτω από τ’ αμέτρητα αστέρια τούτον τον ίδιο σκοπό. Κι ο ουρανός θ’ ανθίσει πάλι όλες τις ασημένιες μαργαρίτες του και θα σκύψει ν’ αφουγκραστεί τα κρουσταλλένια μαντολινάκια. Και παντού θ’ απλώνεται το ίδιο παγωμένο μυστήριο. Τα νέα δάση θα βουίζουν δίχως να πάρουν είδηση πως δεν υπάρχουν πια ποιητές για να ριμάρουν τη βουή τους και στρατιώτες να τα κόψουν παλούκια για συρματοπλέγματα. Κι οι θάλασσες θα δέρνουν τις αδάμαστες αχτές και θα πηδάν ολοένα πάνω στις αντάρτισσες ξέρες, δίχως να πολυσκοτίζουνται για κείνο το ξιπασμένο ζωντόβολο, που μια φορά κι έναν καιρό πίστεψε στ’ αλήθεια πως όλα τα εξαίσια έργα και κινήματα του Θεού γίνονταν για τη ζαχαρένια του. 

«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ» 

Ο λοχαγός μου είναι ένας εξαίρετος αξιωματικός και τον αγαπώ. Είναι ο μόνος μόνιμος αξιωματικός απ’ όσους γνώρισα από κοντά, που τον αγαπώ και τον εχτιμώ χωρίς επιφύλαξη.
Ωστόσο δεν είναι άνθρωπος που τον απασχολεί πολύ η σκέψη. Είναι μονάχα ένας πολύ απλός και αγνός τύπος, σαν κορίτσι. Από κείνους τους ίσιους άντρες, ίσιους στο κορμί και στην ψυχή, που βγάζει κάπου – κάπου ακόμα η Κρήτη. Πιστεύει ολόψυχα στο επάγγελμά του και δεν τον βασανίζει καμιά αμφιβολία. Τον αγαπώ για την ειλικρίνειά του και ζηλεύω τη μονοκόμματη ψυχή του. Πιστεύει στον πόλεμο και στη στολή του σαν τον αδερφό μου. (Μια φορά πίστευα κι εγώ).
Μ’ αγαπά και κείνος και πασχίζει, όσο μπορεί να μου κάνει λιγότερο σκληρές τις μέρες του μαρτυρίου μου. Κάπου – κάπου με προσκαλεί και στ’ αμπρί του. Σαν νιώθω το πόδι καλύτερα σηκώνουμαι και φτάνω ως εκεί συρτά – συρτά. Είναι ένα αμπρί μεγαλείο. Περπατάς μέσα όρθιος. Πίνουμε τσάι, καπνίζουμε πολλά τσιγάρα  πολυτελείας και συζητούμε οι δυο μας. Σαν δεν είναι άλλοι αξιωματικοί συζητούμε ολότελα ελεύτερα για το κάθε τι. Είναι ώρες ευτυχίας για μένα. Μια φορά τόνε ρώτησα αν πέρασε κατά τύχη ποτές από το μυαλό του η σκέψη, πως μπορεί μια χαρά, όλα αυτά τα «ιδανικά» που μας φέρανε μέσα σε τούτο τον Κάτω Κόσμο, νάναι κούφια, φουσκωμένα άντερα, με δίχως αξία απόλυτη. Τούπα πως μια φορά σκοτώνονταν έτσι συναμεταξύ τους οι άνθρωποι για θρησκευτικούς λόγους. Τούπα πως στο Βυζάντιο τη νύχτα μαχαιρώνονταν οι διάφορες παρτίδες γύρω σ’ ένα καλαμπούρι. Οι μισοί θέλαν «τον Υιόν ομοούσιον τω Πατρί», οι άλλοι μισοί τον προτιμούσαν «ομοιούσιον». Και να, μπηχτές στα σκοτεινά. Θα μπορούσε να το καταλάβει;
Γέλασε ολόκαρδα με όλα του τα δόντια, πούναι άσπρα, μεγάλα και γερά σα φρέσκες μυγδαλοσκελίδες.
Τούπα πως ύστερα από λίγα χρόνια, ίσως άλλοι θα γελούν έτσι για τους δικούς μας σκοτωμούς. Άλλοι που θα σκοτώνουνται για αντιπατριωτικά ιδανικά. Θα σκοτώνουνται και πάλι με ενθουσιασμό για τα καινούργια ιδανικά τους. Θάναι πάλι ο ίδιος αισχρός, ο πολύ παλιός πόλεμος κάτω από ολοκαίνουργιες σημαίες. Ίσως κιόλας να ξεκοιλιάζουνται τότες με ιερή μανία, λέγοντας: «σκοτώνουμε τον πόλεμο». Και γι’ αυτούς πάλι θα γελάσουν αργότερα άλλοι με το ίδιο κέφι. 

«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ» 

Η πιο πικρή αρρώστια της ψυχής είναι η αμφιβολία

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

Για την Ελλάδα. Τ’ είναι τούτη η λέξη που κάνει τα σπλάχνα να σπαρταρούν;

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”
Στράτης Μυριβήλης (1890-1969)



Δεν υπάρχουν σχόλια: